Η Παιδεία μπορέι να πολεμήσει την Ανεργία

Παιδεία

Η Παιδεία Μπορεί Να Πολεμήσει την Ανεργία.

Βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, το «νέο τεχνολογικό οικονομικό μοντέλο» οδηγεί, όπως όλες οι τεχνολογικές επαναστάσεις που προηγήθηκαν σε μετατοπίσεις του ανθρώπινου δυναμικού, και σε ανεργία, εκείνων που δεν είναι σε θέση να κατακτήσουν τις νέες τεχνολογίες. Πιο μακροπρόθεσμα, αντίθετα, η τεχνολογική πρόοδος θα αποτελεί πηγή οικονομικής παραγωγικότητας, και επομένως, νέων θέσεων εργασίας. Σε αυτό το σημείο, όποιες και αν είναι οι διάφορες ερμηνείες των οικονομολόγων, η εμπειρία και η θεωρία έχουν σαφώς κάθε λόγο να μην καθησυχάσουν για το μέλλον: η εμπειρία των προηγούμενων σταδίων της βιομηχανικής επανάστασης και οι αποδείξεις της οικονομικής θεωρίας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, στο τέλος της διαδικασίας της «δημιουργικής καταστροφής» – όταν οι σιδηρόδρομοι θα έχουν εξοστρακίσει τις ταχυδρομικές άμαξες, οι ηλεκτρικές μηχανές θ έχουν διαδεχτεί τις ατμομηχανές, οι υπολογιστές και τα ρομπότ θα έχουν αντικαταστήσει τον άνθρωπο σ’ ένα μεγάλο αριθμό των πνευματικών του δραστηριοτήτων, – ο όγκος των θέσεων εργασίας που καταργούνται θα πρέπει να έχει αντισταθμιστεί από τις νέες θέσεις εργασίας που θα δημιουργηθούν.

Σε αυτό το σημείο, όμως, σταματά η αρμονία μεταξύ οικονομολόγων και ξεκινούν οι διαμάχες αντάξιες των θεολόγων του μεσαίωνα. Δεν θα τελειώναμε ποτέ αν απαριθμούσαμε τα βιβλία, τα άρθρα και συνέδρια ξεκινούν με αντιφατικές απόψεις για τη σχέση ανάμεσα στην τεχνολογία και την εργασία. Με ποια ταχύτητα , κάτω από ποιες συνθήκες, σε πόσα χρόνια ή δεκαετίες θα έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία του συμψηφισμού; Η διάρκεια, οι τρόποι και οι ανασφάλειες της μετάβασης. Είναι επίσης θέματα πάνω στα οποία οι διάφορες σχολές έρχονται σε πλήρη αντίθεση. Μερικές φορές όπως η μέρα με τη νύχτα. Ας μην περιμένουμε από τους οικονομολόγους μια απάντηση που θα λύσει επιστημονικά τη διαμάχη: μόνο ο χρόνος θα αποφασίσει.

Η ανεργία έχει βέβαια πολλές αιτίες και είναι μάταιο όπως το έγκλημα στο Ορίαν – Εξπρές, να ισχυριστούμε ότι απομονώνουμε μια από αυτές ανεξάρτητα από τους άλλους παράγοντες που παρεμβαίνουν σε μια δεδομένη οικονομική και κοινωνική κατάσταση. Στη δυσκαμψία της αγοράς εργασίας, η συμπτωματική ανεργία μπορεί να προσθέσει τις συνέπειές της σε αυτές της δομική ανεργίας. Είναι σίγουρο, πάντως ότι μια τεχνική επανάσταση, το πέρασμα από ένα τεχνολογικό – οικονομικό μοντέλο σε ένα άλλο, τροποποιεί τη ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών, μεταβάλλει τη σύνθεση των θέσεων εργασίας και συμβάλλει στην άνοδο του επιπέδου της ανεργία για μια συγκεκριμένη περίοδο. Στερημένη από τις απαραίτητες νέες ειδικότητες, μια μερίδα του άνεργου πληθυσμού απορρίπτεται ή αποκλείεται από την αγορά εργασίας ή στην καλύτερη περίπτωση περιορίζεται σε δουλειές ασταθείς και κακοπληρωμένες με ωρομίσθιο. Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του μακροοικονομικού συστήματος, διαπιστώνουμε βέβαια ότι η απώλεια θέσεων εργασίας σε μια επιχείρηση, κλάδος η περιοχή μπορεί να αντισταθμίσει – και μερικές φορές να αναπληρωθεί – από τη δημιουργία θέσεων εργασίας σε άλλους τομείς. Η διαδικασία, όμως, της αντιστάθμισης δεν είναι ούτε οικουμενική ούτε ταυτόχρονη. Έλλειψη κατάλληλων μέτρων και, κυρίως έγκαιρη λήψη αυτών των μέτρων να έχει δραματικές συνέπειες για την κοινωνία: αυτή είναι η περίπτωση της Ευρώπης, εδώ και είκοσι χρόνια, όπου οι συνέπειες της μετάβασης από εάν τεχνολογικό σύστημα σε ένα άλλο προστίθεται στην αλυσίδα των ποικίλων οικονομικών και κοινωνικών αιτιών για να προσδιορίσουν μια πραγματική κοινωνική λέπρα που είναι η ανεργία.

Αγωνία υπάρχει επίσης σχετικά με την εργασία επειδή το γεγονός ότι η κινητικότητα και η ευελιξία αντικαθιστούν τη συνήθειας μιας δια βίου προδιαγραμμένης καριέρας, εγείρει πολλά προβλήματα: η δυναμική του «νέου καπιταλισμού», όπως τόνισε εύστοχα ο Ρ. Σένετ και Ρίφκιν στην αρχή της άρνησης του μακροπρόθεσμου, γεγονός που δημιουργεί στα άτομα συνεχές άγχος, έναν πανταχού παρόντος κίνδυνου, επαγγελματικής σχέσης και κοινωνικούς δεσμούς εφήμερους στο έλεος των αλλαγών της κατανομής της εργασίας κάθε επιχείρησης. Οι επιχειρήσεις κερδίζουν βεβαίως, αφού δεν είναι πλέον «γραφειοκρατικοί δεινόσαυροι» επειδή αντλούν τον οικονομικό δυναμισμό τους από την ικανότητα του προσωπικού τους να ανταποκρίνεται γρήγορα στα αιτήματα των πελατών. Αντίθετα, τα άτομα είναι εκτεθειμένα σε έναν όλο και πιο αποσπασματικό χρόνο και σε καριέρες που έχουν τη μορφή «ζιγκ – ζαγκ», ό οποίες τους κάνουν να χάνουν την αίσθηση της αξιοπιστίας απέναντι στην επιχείρηση και, την εμπιστοσύνη στον ίδιο τον εαυτό τους.

Ο Σένετ στο βιβλίο του «Ο ευέλικτος άνθρωπος», αναφέρει ότι ο ευέλικτος άνθρωπος, δεν ελέγχει πλέον την ύπαρξη του, ακολουθεί μια καριέρα στο αρχιπέλαγος, που τον κάνει να περνά από το ένα νησί στο άλλο χωρίς ξεκάθαρο όραμα για το μέλλον, για τις κοινωνικές σχέσεις, ακόμα και για τους δεσμούς φιλίας που διατηρεί. Αισθάνεται ότι δίνει ένα «κακό ηθικό παράδειγμα» στα παιδιά του με το να αμφισβητεί διαρκώς την πορεία της ζωής του. «Ένα καθεστώς; Που δεν προτείνει στους ανθρώπους ουσιαστικούς λόγους για να ενδιαφερθούν ο ένας για τον άλλο δεν μπορεί να διατηρήσει για πολύ καιρό τη νομιμότητά του». Το συμπέρασμα του Σένετ είναι αυστηρό αφού καταγγέλλει την τάση της ευελιξίας ότι καταστρέφει όλα τα σημεία αναφοράς της συμπεριφοράς τόσο στην επαγγελματική όσο και στην ιδιωτική ζωή. Οι βραχυπρόθεσμες αναθέσεις εργασίας υποκαθιστούν τις ομάδες όπου τα μέλη ήταν δεμένα μεταξύ τους και δούλευαν με πίστη και συχνά με πάθος σε ένα οργανισμό. Από δω και πέρα, σημασία έχει να είναι κανείς έτοιμος για κάθε είδους τεχνολογικές εξελίξεις, μεταβολές της αγοράς και μετακινήσεις από τη μια εταιρεία στην άλλη ή από τη μια δουλειά στην άλλη. Έτσι η σύγχυση του ευέλικτου ανθρώπου, αντανακλά τη ματαιότητα του πολιτισμού του εφήμερου: η πίεση του βραχυπρόθεσμου είναι ανάλογες το τηλεοπτικού η ιντερνετικό ζάπινγκ στο οποίο υπόκεινται. Εικόνες χωρίς βάθος, χωρίς συνοχή, χωρίς διάρκεια, διαδέχονται η μια την άλλη σαν να μη έχουν καμία συνέπεια και όμως, σ’ αυτή τη διαδοχή των πρόσκαιρων ρόλων εγγράφεται η ιστορία μιας ολόκληρης ζωής.

Για να αντιμετωπιστούν τα ζητήματα που προκύπτουν από το νέο τεχνολογικό σύστημα, είναι πολύ σημαντικό να αναδιοργανωθούν τα συστήματα εκπαίδευσης, και να αναπτυχθούν πολιτικές κατάρτισης που να ανταποκρίνονται πιο αποτελεσματικά στις ανάγκες της νέας μηχανοργανωμένης οικονομίας. Η παιδεία πρέπει να ξεκαθαρίσει ολοκληρωμένα, τι ακριβώς πολίτες χρειάζεται η χώρα για να αναπτυχθεί, οικονομικά, κοινωνικά, να έχει ένα μακροχρόνιο πρόγραμμα με στόχο την ουμανιστική, την τεχνολογική, ή ανειδίκευτων εργατών. Η «ψηφιακή κοινωνία», για να επανέλθουμε στη διατύπωση του Νίκολα Νεγκρεπόντε το σήμερα απαιτεί καινούργιες ειδικότητες ανάλογες των νέων τρόπων παραγωγής, διαχείρισης, διανομής και κατανάλωσης. Μια από τις αιτίες που η Ευρώπη, καθυστερεί να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της αλλαγής του εργασιακού μοντέλου είναι η έλλειψη προσαρμοστικότητας του συστήματος εκπαίδευσης και κατάρτισης. Η εξέλιξη της δομής των επαγγελματικών προσόντων απαιτεί πιο γρήγορη ανταπόκριση στην ανάγκη για νέες ειδικότητες εκ μέρους των σχολείων – και όχι μόνο τα θεολογικά ή την κατάργηση της πολιτιστικής ιστορικής ταυτότητας του λαού.

Παράλληλα, θα πρέπει να εκπαιδεύονται και οι διδάσκοντες, και να ανέβει το κατώτατο όριο προσόντων, όλων των προσόντων, όλων των νέων: μια πρόκληση δαπανηρή για να γίνει αποδεκτή, η οποία απαιτεί χρόνο και αμφισβήτηση γιατί σήμερα τις ικανότητες τους, επομένως, το γόητρο του δασκάλου, που είχαν καταρτίσει στο πλαίσιο ενός ξεπερασμένου τεχνολογικού συστήματος. Δεν μας προκαλεί, λοιπόν έκπληξη το γεγονός ότι οι εταιρείες αναλαμβάνουν παντού την πρωτοβουλία εκπαιδευτικών προγραμμάτων παραλλήλων με τις παραδοσιακές σχολές.

Εξάλλου, δεν είναι αποδεδειγμένο ότι οι πολιτικές κατάρρευσης ανταποκρίνονται σ’ όλες τις προκλήσεις της υπό – απασχόλησης, ούτε ότι τα πολυάριθμα προγράμματα επανεκπαίδευσης που έχουν ήδη ξεκινήσει σ’ ορισμένες χώρες της Ευρώπης είναι ικανά να επαναδημιουργήσουν τον όγκο των εξειδικευμένων, καλοπληρωμένων και προστατευμένων μισθωτών, τις οποίες κατείχαν τα μέλη της μεσαίας τάξης από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι ακριβώς αυτός ο τύπος εργασιών που κινδυνεύει να χαθεί μέσα στις δραστηριότητες που δεν απαιτούν πολύ ψηλά προσόντα. Όπως γράφει ο Σένετ, η αμερικανική οικονομία έφτασε σ’ ένα υψηλό ποσοστό παραγωγικότητας, σε ένα ακόμα υψηλότερο ποσοστό αύξησης των επενδύσεων στις τεχνολογικές πληροφορίες και δημιούργησε περίπου 12 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας, χωρίς ιδιαίτερη βελτίωση του συστήματος εκπαίδευσης και κατάρτισης.

Αυτό που πρέπει στο εξής να μάθουμε είναι η τεχνογνωσία. Που μας επιτρέπει να αντιμετωπίσουμε καταστάσεις για τις οποίες η γνώση δεν μας έχει προετοιμάσει κατάλληλα. Από αυτό το σημείο, άλλωστε προκύπτει το εξής παράδοξο: η τεχνογνωσία φαίνεται ολοκληρωτικά καθορισμένη από μια τεχνητή κατάρτιση στην οποία οι ανθρωπιστικές επιστήμες θεωρούνται μπαρόκ αναφορές και όμως, η κατάρτιση που παρέχουν οι ανθρωπιστικές επιστήμες είναι αυτή που επιτρέπει στο τόσο περιζήτητο σήμερα είδος που αποκαλούμε «γενικό γιατρό» να αποκτά τις απαραίτητες γνώσεις. Παλαιότερα, το τεχνικό σύστημα αρκούνταν στη βεβαίωση σπουδών για να αντιμετωπίσει τις πιο γενικές ανάγκες σε ειδικότητες ενός σταδίου της βιομηχανικής επανάστασης που στηριζόταν ουσιαστικά στον έλεγχο της ενέργειας και των πρώτων υλών. Σήμερα, είναι ζήτημα αν το απολυτήριο αρκεί για να παρέχει τα ανάλογα προσόντα για τις πολλαπλές ικανότητες που απαιτεί ο πολιτισμός του άυλου, ενώ και η έφοδος στην τεχνική κατάρτιση ανταποκρίνεται σε μια πολύ περιορισμένη εξειδικευμένη πλευρά των νέων επαγγελματικών αναγκών που προϋποθέτουν, περισσότερο και από κάποια τεχνολογική ειδικότητα, την ικανότητα επανεκπαίδευσης και, επομένως προσαρμογή σε πιο γενικές αναφορές και γνώσεις.

Άρθρο του δημοσιογράφου Χρήστου Η. Χαλαζιά.