Pinned

Η κυβέρνηση παραιτείται από την διεκδίκηση των Γλυπτών του Παρθενώνα

By

on

Η κυβέρνηση παραιτείται από την διεκδίκηση των Γλυπτών του Παρθενώνα, όπως δήλωσε στη Βουλή ο υπουργός Πολιτισμού Αριστείδης Μπαλτάς.

Η κυβέρνηση ξεκαθάρισε ότι δεν πρόκειται να προχωρήσει στη νομική διεκδίκηση των Γλυπτών του Παρθενώνα, σύμφωνα με όσα δήλωσε στη Βουλή ο υπουργός Πολιτισμού Αριστείδης Μπαλτάς και λύει τη συνεργασία με μεγάλο βρετανικό δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε η Αμάλ Αλαμουντίν-Κλούνι, σύζυγος του διάσημου αμερικανού ηθοποιού Τζορτζ Κλούνι.

Κατά τη συζήτηση στην επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων νομοσχεδίου σχετικού με την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών, που έχουν απομακρυνθεί παράνομα από το έδαφος κράτους – μέλους της ΕΕ ,ο υπουργός ρωτήθηκε για τις κινήσεις του υπουργείου σχετικά με την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα.

«Η τάση είναι να μην προχωρήσουμε σε νομική διεκδίκηση κυρίως γιατί κινδυνεύουμε να χάσουμε το σχετικό δικαστήριο» ήταν η επίμαχη εκτίμησή του.

Για πρώτη φορά Έλληνας υπουργός Πολιτισμού υποστηρίζει δημόσια πως μια δικαστική διεκδίκηση των Γλυπτών του Παρθενώνα θα απέβαινε υπέρ των Βρετανών.

Υπενθυμίζεται ότι πριν από μόλις ένα έτος, λόγω της παγκόσμιας προβολής που είχε δοθεί στις ενέργειες της Ελλάδας για τον επαναπατρισμό των αρχαίων γλυπτών από την εμπλοκή της δικηγόρου Αμάλ Αλαμουντίν-Κλούνεϊ, μια πολύ μεγάλη μερίδα των Βρετανών πολιτών τασσόταν υπέρ της επιστροφής της ανεκτίμητης «λείας» του Έλγιν εκεί όπου πραγματικά ανήκει. Μάλιστα, προς το τέλος Οκτωβρίου του 2014, το βρετανικό τμήμα της οργάνωσης yougov.co.uk είχε διενεργήσει δημοσκόπηση, από τα ευρήματα της οποίας καθίστατο πασίδηλο το ρεύμα υπέρ της επιστροφής των «Ελγινείων» στην Ελλάδα. Το 37% των ερωτηθέντων δήλωνε ότι θα ήθελε να δει τα γλυπτά στη φυσική τους θέση, γίνονταν επερωτήσεις βουλευτών στο βρετανικό κοινοβούλιο, ενώ η ελληνική πλευρά είχε επιτύχει την ομόφωνη απόφαση της UNESCO, η οποία όρισε ότι η Βρετανία οφείλει να έρθει σε διαιτησία με την Ελλάδα για τα γλυπτά, θέτοντας και τη σχετική προθεσμία.

Υπενθυμίζεται ότι η τακτική της νομικής διεκδίκησης είχε εγκαταλειφθεί από την προηγούμενη πολιτική ηγεσία του υπουργείου. Ωστόσο, ο τότε υπουργός Πολιτισμού Νίκος Ξυδάκης, είχε προχωρήσει σε πιο προσεκτικές δηλώσεις χωρίς να εκθέσει την θέση της χώρας. Να σημειωθεί ότι η νομική διεκδίκηση αναθερμάνθηκε επι υπουργίας Κώστα Τασούλα όταν κάλεσε να συνδράμει μεγάλο δικηγορικό γραφείο του Λονδίνου στο οποίο εργάζεται και η κυρία Αμάλ Αλαμπουντίν.

Ακόμη και εάν υποτεθεί ότι οι πραγματικές πιθανότητες νίκης της Ελλάδας σε έναν δικαστικό αγώνα ενάντια στη Βρετανία ήταν περιορισμένες, αδυνατεί κάποιος να διακρίνει το γιατί κρίθηκε περιττή η διαφήμιση που εξασφάλιζε για τη χώρα μας η Αμάλ Αλαμουντίν και η πρόσβασή της στα διεθνή ΜΜΕ. Ενδεχομένως όμως να μην ήταν ο ρεαλισμός αυτός που επέβαλε επί Ξυδάκη -και τώρα επί Μπαλτά- την αποστασιοποίηση από την προσπάθεια του συγκεκριμένου προσώπου, των συνεργατών του και των Ελλήνων ομογενών χρηματοδοτών. Ίσως απλώς να κυριάρχησε η συμπλεγματική λογική της πάση θυσία διαφοροποίησης από τη στρατηγική της προηγούμενης κυβέρνησης, ανεξαρτήτως εάν αυτή προέβαλε κατά κόρον την Ελλάδα διεθνώς, εάν είχε πιθανότητες επιτυχίας κ.λπ.

Σύμφωνα με τον πρώην υπουργό Πολιτισμού επί ΝΔ Κ. Τασούλα, η ελληνική πλευρά αρνήθηκε να παραλάβει την σχετική γνωμοδότηση που είχε συντάξει το εν λόγω δικηγορικό γραφείο προεξοφλώντας με τον τρόπο αυτό ότι η χώρα μας θα έχανε την υπόθεση, αλλά και χάνοντας μια ακόμα μεγάλη ευκαιρία παγκόσμιας δημοσιοποίησης των ελληνικών επιχειρημάτων.

Υπόθεση για την οποία η κυρία Αλαμουντίν είχε επισκεφθεί την χώρα μας το 2014, προσδίδοντας διεθνή δημοσιότητα στο θέμα. Μάλιστα, όπως έγινε γνωστό από τον κ. Τασούλα, τα έξοδα για την σύνταξη της επίμαχης γνωμοδότησης, τα οποία έφτασαν τις 200.000 λίρες Αγγλίας, καλύφθηκαν αποκλειστικά από ευγενική χορηγία Έλληνα του εξωτερικού που δεν επιθυμούσε τη δημοσιότητα.

«Όσον αφορά το έργο που προσέφερε η νομική εταιρεία στην οποία συμμετέχει η κυρία Κλούνι, ολοκληρώθηκε. Δηλαδή πληρώθηκε!», είπε χαρακτηριστικά ο κ. Μπαλτάς, αποσαφηνίζοντας, όσον αφορά τις κυβερνητικές προθέσεις, ότι «η τάση είναι να μην προχωρήσουμε σε νομική διεκδίκηση κυρίως γιατί κινδυνεύουμε να χάσουμε το σχετικό δικαστήριο».

Πάντως εκτίμησε ότι «έχουμε περισσότερους φίλους» και επικαλέστηκε προς τούτο την μεγάλη επισκεψιμότητα που έχει το Μουσείο της Ακρόπολης, κάτι που «δείχνει πόσο άξιοι είμαστε να υποδεχθούμε τα αρχαία», όπως ανέφερε.

Οι χειρισμοί της κυβέρνησης προκάλεσαν την αντίδραση του πρώην υπουργού Πολιτισμού κ. Τασούλα, ο οποίος σε δηλώσεις του προς τους κοινοβουλευτικούς συντάκτες επισήμανε πως «η άποψη ότι δεν πάμε στα δικαστήρια γιατί θα χάσουμε είναι απαράδεκτη όχι μόνο γατί ενισχύει την επιχειρηματολογία της αντίδικης πλευράς αλλά και γιατί προεξοφλεί άδικα και χωρίς λόγο κάτι για το οποίο η Ελλάδα έχει πάρα πολλά επιχειρήματα».

«Η γνωμοδότηση που δεν πήραμε από το δικηγορικό γραφείο του Λονδίνου και την οποία επεξεργάστηκαν η κυρία Κλούνι και άλλοι δυο σπουδαίοι νομικοί, αλλά και η ίδια η ανάμειξη αυτού του γραφείου, δεν μας προσέφερε μόνον εξειδικευμένη νομική γνώση, αλλά και μια μεγάλη παγκόσμια δημοσιότητα υπέρ της επιστροφής των μαρμάρων» σημείωσε, υπενθυμίζοντας ότι τις μέρες που ήταν εδώ η Αμάλ Αλαμουντίν έγιναν τρεις ερωτήσεις από βρετανούς βουλευτές στο Κοινοβούλιό τους που ζητούσαν την επιστροφή των Γλυπτών στην Ελλάδα.

Όπως υπογράμμισε ο κ. Τασούλας «η χώρα μας δεν είχε κανένα λόγο να στερηθεί μια νέα ευνοϊκή παγκόσμια δημοσιότητα υπέρ της επιστροφής των Μαρμάρων, που θα την προκαλούσε η πρόσκληση εκ μέρους της κυβέρνησης προς τους άγγλους νομικούς να παραδώσουν την γνωμάτευσή τους προς το ΥΠΠΟ και τον πρωθυπουργό».

«Αντ’ αυτού η κυβέρνηση αρνήθηκε να παραλάβει την γνωμοδότηση -επειδή προφανώς το ανακίνησε η προηγούμενη κυβέρνηση δείχνοντας μικρότητα- που παραδόθηκε μέσω της πρεσβείας μας στο Λονδίνο», συμπλήρωσε ο πρώην υπουργός, επισημαίνοντας ότι «μέσα στο σχέδιο δεν ήταν μόνο η νομική γνωμάτευση αλλά και η δημοσιότητα που αποποιήθηκαν, ενώ τώρα λέμε κιόλας ότι αν πηγαίναμε στα δικαστήρια θα χάναμε».

Όπως εξήγησε «θα μπορούσε η κυβέρνηση να παραλάβει την μελέτη και να αξιοποιήσει την δημοσιότητα υπέρ των αιτημάτων μας και δεν είχε κανέναν λόγο να προβαίνει σε τέτοιες άδικες προεξοφλήσεις ότι θα χάσουμε ενισχύοντας την άλλη πλευρά».

«Τίποτα δεν είναι σίγουρο. Αλλά δεν προεξοφλείς ότι θα χάσεις ενισχύοντας τα επιχειρήματα των άλλων. Η Ελλάδα ομολογεί ότι δεν έχει δίκαιο. Αν έπαιρναν την γνωμοδότηση και ας έλεγαν ότι θα το εξετάσουμε», πρόσθεσε, υπενθυμίζοντας ότι η χώρα μας κατάφερε ομόφωνη απόφαση της Ουνέσκο που υιοθέτησε το αίτημα για να έρθει η Αγγλία σε διαμεσολάβηση με την Ελλάδα (το 2014), κάτι για το οποίο δόθηκε προθεσμία προς την Αγγλία που δεν απάντησε, ενώ «εμείς λέμε ότι θα χάσουμε την υπόθεση προεξοφλώντας την έκβαση μιας διεθνούς δίκης».

Πηγή: TANEA.gr, protothema.gr